ἐπίχυτος

ἐπί-χῠτος, ον, (ἐπιχέω)
A poured over: as Subst., ἐπίχυτος (sc. πλακοῦς), , cake made in a mould (cf. ἔγχυτος), Nicopho 15.
2 ἐπίχυτον, τό, coin or cast of silver or lead, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επίχυτος — ἐπίχυτος, ον (Α) 1. αυτός που χύνεται ή έχει χυθεί επάνω σε κάτι 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐπίχυτος είδος γλυκίσματος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπίχυτον είδος αργυρού ή μολύβδινου νομίσματος …   Dictionary of Greek

  • ἐπίχυτος — poured over masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίχυτον — ἐπίχυτος poured over masc/fem acc sg ἐπίχυτος poured over neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχύτους — ἐπίχυτος poured over masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.